bookstories Ολική έκλειψη καρδιάς, Μαρία Παναγοπούλου, εκδόσεις Ψυχογιός

Συντάχθηκε στις 12/04/21


Αν και γεννημένη στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μπορώ να πω με απόλυτη σιγουριά πως αυτή η δεκαετία, είναι σίγουρα η δεκαετία μου. Πριν μιλήσω όμως για το βιβλίο της Μαρίας Παναγοπούλου Ολική έκλειψη καρδιάς που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός ας πω κάποια λίγα πράγματα για εμένα. Λατρεύω τις πούλιες και τα στρας. Γελώ μέχρι δακρύων με τις ταινίες του Στάθη Ψάλτη, θεωρώ τον Πάνο Μιχαλόπουλο τον ομορφότερο άνδρα ηθοποιό που εμφανίστηκε στην ελληνική τηλεόραση. Ακούω ντίσκο και κοντράρω στα ίσα την Ρένα Παγκράτη στο τραγούδι «είναι φάση το αγόρι, είναι φάση, είναι φάση το παιδί». Επομένως όσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο καταλαβαίνετε σε τι παράκρουση έπεσα διαβάζοντας το. Όσοι δεν το έχετε διαβάσει…απλά χάνετε.

Το βιβλίο είναι απλά μια βουτιά στην δεκαετία του ’80. Σε μια δεκαετία που όλα ήταν πιο αγνά. Πιο απλά. Τότε που δεν υπήρχαν κινητά , βιντεοκλήσεις, Instagram και Facebook. Τότε που αν ήθελες να δεις και να μιλήσεις με κάποιον φίλο σου, πολύ απλά έπρεπε να βγεις από το σπίτι σου και να τον δεις. Τότε που οι καφέδες ήταν πολύωροι και τα νέα απλά ατελείωτα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η Αρετή, μέλος της θρυλικής εξάδας, όπως αυτοαποκαλείται η παρέα της, με την αφέλεια όλης εκείνης της εποχής ερωτεύεται παράφορα τον Ανδρέα. Και τον πιστεύει σε ότι και να της πει. Ότι και να της κάνει, βλέπει μόνο το καλό σε αυτόν. Γιατί η εποχή εκείνη ήταν απονήρευτη. Ίσως η τελευταία αγνή εποχή. Και πραγματικά τυχεροί όσοι μπόρεσαν να την ζήσουν. Αλλά ποτέ τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται…

Και σε αυτό το σημείο να πω και κάτι άλλο για εμένα. Είμαι από εκείνο το εκνευριστικό είδος αναγνώστη που για να απολαύσει ένα βιβλίο πρέπει να πάει προς το τέλος, να βάλει σε ένα κουτάκι την πιθανή λύση και μετά να το διαβάσει με την άνεση του. Και έτσι έκανα και εδώ. Και ενώ πίστευα πως το είχα, « έπιασα» την συγγραφέα , κατάλαβα που ήθελε να το πάει και ήμουν μάλιστα και σίγουρη απέτυχα παταγωδώς. Γιατί εκεί που νομίζεις ότι το έχεις, εκεί το χάνεις. Σε κάθε κεφάλαιο έρχεται με ένα μοναδικό τρόπο η συγγραφέας και σου ανατρέπει όλο τον συλλογισμό. Ο λόγος της απλός, ρέει με ευκολία. Σε μεταφέρει σχεδόν από την αρχή στον πυρήνα της ιστορίας. Στον τόπο και τον χρόνο. Γελάς, στενοχωριέσαι, τρομάζεις , αγαπάς, τραγουδάς, χορεύεις μαζί με τους ήρωες. Με όλους… Γίνεσαι ένα με την παρέα τον παιδιών που εύχεσαι να ήταν και δική σου παρέα. Να ζούσες και εσύ λίγο από την λάμψη εκείνης της εποχής. Μου άρεσε τόσο πολύ αυτό το βιβλίο , με διασκέδασε, με αιφνιδίασε , με ταξίδεψε που πραγματικά άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να γράψει όπως θα έγραφε στο ημερολόγιο μου… συγχωρέστε μου το ύφος!

Από το οπισθόφυλλο: Μερικές φορές αισθάνομαι κι εγώ κουρασμένη ακούγοντας τον ήχο των δακρύων μου. Άλλες, φοβάμαι πως τα καλύτερά μας χρόνια έχουν ήδη περάσει. Μα δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Βιώνω μια ολική έκλειψη καρδιάς. A total eclipse of the heart. Ιούλιος 1983. Μια παρέα, φίλοι από τον Πειραιά από την παιδική τους ηλικία, ταξιδεύει για την Τήνο. Ενώ βρίσκονται εν πλω, ο σύντροφος της Αρετής εξαφανίζεται μυστηριωδώς και οι αρχές θεωρούν πως έπεσε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες στη θάλασσα και πνίγηκε. Ιούλιος 1988. Η Αρετή παντρεύεται αιφνιδιαστικά με έναν συνάδελφό της και προσκαλεί τους φίλους της στο νέο της σπίτι. Το έκτακτο δελτίο ειδήσεων της κρατικής τηλεόρασης ανατρέπει μέσα σε μια στιγμή τα πάντα! Τα θαμμένα ψέματα βγαίνουν ορμητικά στην επιφάνεια. Οι λανθασμένες επιλογές τού χθες στοιχειώνουν το σήμερα. Η φιλία συγκρούεται μετωπικά με τον έρωτα… Μια καταιγιστική περιπέτεια με φόντο την αστραφτερή δεκαετία του ’80. Το θρυλικό πάρτι του Κηλαηδόνη στη Βουλιαγμένη και το λούνα παρκ Ροντέο στο Καλαμάκι. Οι πούλιες και τα ξεβαμμένα τζιν. Οι περμανάντ, οι φράντζες και οι χαίτες-λασπωτήρες. Οι θρυλικές ατάκες, οι μουσικές και οι ταινίες. Όλα μαζί μάς μεταφέρουν σε μια εποχή χωρίς κινητά τηλέφωνα, διαδίκτυο και σόσιαλ μίντια. Τότε που τα απλά πράγματα ήταν «και πολλή φάση, δικέ μου». Τα φιλαράκια «την έβρισκαν» να τα λένε από κοντά. Οι ερωτευμένοι επικοινωνούσαν με τραγούδια «αφιερωμένα εξαιρετικά». Και οι άνθρωποι, «βασικά», κοιτάζονταν στα μάτια…